welcome to RWFRWF home pageall documentariesprint this pagecontact RWFRWF newsmedia linksabout RWFby istomedia
Description of episodeRWF episode interviewsRWF episode scenarioRWF episode linksRWF episode photosRWF episode videosRWF episode feedbackWhistleblowersVideo of the WeekMosaic
Ημερομηνία Προβολής: 16-11-2006
Τίτλος :
Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ - Μέρος 3ο: Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών
Θέμα :
ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Συνεντεύξεις

Άγγελος Πνευματικός

 

(Μέλος "Ένωσης Εθνικής Σωτηρίας")

 

Να ξεκινήσουμε από την αρχή της δικτατορίας, δηλαδή από την 21η Απριλίου του ’67. Πού σας βρίσκει και ποιες είναι οι πρώτες σας σκέψεις;

 

Το πρωί της 21 Απριλίου ξεκίνησα από το σπίτι μου και πήγα στο γραφείο μου, στην Βέροια. Την ημέρα εκείνη δεν ήταν δυνατόν να φανταστώ τι είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ ή τι θα συνέβαινε στην συνέχεια, που θα άλλαζε την πορεία της ζωής μου. Πράγματι εκείνη η μέρα έπαιξε σημαντικό ρόλο.

           

Γεννήθηκα στην Χαλκίδα. Είμαι το τελευταίο παιδί μιας οικογένειας πολύτεκνης και βίωσα από μικρό παιδί την οικογένεια, την οικογενειακή χαρά, την δικαιοσύνη, την αγάπη, την φροντίδα. Ο πατέρας μου και η μητέρα μου φτωχοί, αλλά κατάφεραν να μας δώσουν πλούσιο χαρακτήρα και να μας δώσουν την δυνατότητα όλοι να πάρουμε πανεπιστημιακές σπουδές.

           

Τελείωσα τις σπουδές μου στην Χαλκίδα, τις εγκύκλιες σπουδές. Εν συνεχεία μπήκα στην Σχολή των Ευελπίδων και εκεί είχα την ευκαιρία, ως επιλοχίας, να αποκτήσω την πρώτη εμπειρία στην διοικητική ικανότητα στην διοίκηση ανθρώπων. Διότι ως επιλοχίας είχα την ευχέρεια  να είμαι κοντά, να διοικώ έναν λόχο ευελπίδων.

 

Έτσι ξεκίνησε η πορεία της ζωής μου. Υπηρέτησα στην συνέχεια κοντά σε ανθρώπους, με ήθος, με αξιοπρέπεια, με δημοκρατικές αρχές, με ηρεμία, όπως ο Στρατηγός Παπανικολόπουλος, ο οποίος στην συνέχεια έγινε Υπουργός Εθνικής Αμύνης, ο Στρατηγός ο Τσολάκας, ο οποίος στην συνέχεια έγινε διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού. Αναφέρω αυτούς, γιατί στην συνέχεια έχουν παίξει ρόλο πολύ με τον χαρακτήρα τους, την συμπεριφορά τους στην μετέπειτα καριέρα μου.

 

Πάμε πάλι πίσω στην 21η Απριλίου. Πού είσαστε λοιπόν;

 

Το πρωί της 21ης Απριλίου ξεκίνησα από το σπίτι μου και πήγα στο γραφείο μου στην Βέροια, στο Σώμα Στρατού. Πράγματι, την ώρα εκείνη δεν μπορούσα να φανταστώ ούτε τι είχε συμβεί την νύχτα ούτε τι θα συνέβαινε μετέπειτα, το οποίο πραγματικά άλλαξε την ζωή μου.

           

Πήγα στο γραφείο μου, υπηρετούσα στο 4ο Επιτελικό Γραφείο και άκουσα από τους συναδέλφους και από το ραδιόφωνο ότι στην Αθήνα έγινε επανάσταση. Πως αυτό το πράγμα συνέβη, δεν είμαι σε θέση να ξέρω αυτή την στιγμή. Γνωρίζω όμως ότι η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα δεν ήταν τόσο ήρεμη, όσο θα μπορούσε κανείς να περιμένει σε μία δημοκρατική χώρα, σε μία χώρα που γεννήθηκε η δημοκρατία.

 

Υπήρχαν πολιτικές αναστατώσεις, υπήρχαν πολιτικά πάθη, υπήρχαν πολιτικές αντιθέσεις, η κυβέρνηση του Παπάγου ήταν μία ηρεμία μετά τον συμμοριτοπόλεμο ή όπως θέλετε πέστε τον, εμφύλιο ή ανταρτοπόλεμο, το ίδιο κάνει, οι ζημιές είναι τεράστιες και εν συνεχεία έγινε μία κυβέρνηση Καραμανλή, την οποία αμφισβήτησε ο Γεώργιος Παπανδρέου και κήρυξε τότε τον ανένδοτο αγώνα.

 

Ύστερα από τον ανένδοτο αγώνα, παραιτήθηκε η κυβέρνηση του Καραμανλή και έγινε μία κυβέρνηση του Πιπινέλη, η οποία ήταν υπηρεσιακή με πρόσωπα τα οποία ήταν επιλεγμένα από την κοινωνία. Υπουργός Εθνικής Αμύνης στην κυβέρνηση αυτή ήταν ο Στρατηγός Παπανικολόπουλος, στον οποίο εγώ υπηρέτησα στον παρελθόν, ως υπασπιστής του στο Β΄ Σώμα Στρατού.

 

Από αυτόν πραγματικά απέκτησα χαρακτήρα ηρεμίας, χαρακτήρα ηθικής, χαρακτήρα τον οποίο συνεχίζω να έχω αυτή την στιγμή και να είμαι περήφανος που ήμουνα κοντά του. Ο Παπανικολόπουλος μόλις ανέλαβε Υπουργός με κάλεσε κοντά του. Πήγα λοιπόν στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης και ανέλαβα υπασπιστής στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης. Εκεί γνώρισα πάρα πολλούς αξιωματικούς, από την βαθμίδα του νεαρού, μέχρι την βαθμίδα των Στρατηγών. Εγώ τότε είχα τον βαθμό του λοχαγού.

 

Ο Παπανικολόπουλος συνέχισε και στην υπηρεσιακή κυβέρνηση μετά τον Πιπινέλη, στου Παρασκευόπουλου και στην κυβέρνηση του Παπανδρέου, τον μήνα που ανέλαβε στις πρώτες εκλογές και στην κυβέρνηση την δεύτερη την υπηρεσιακή, μέχρι τον φεβρουάριο του ’64 που έγινε η πραγματική κυβέρνηση Παπανδρέου. Παρέμεινα υπασπιστής και στην κυβέρνηση Παπανδρέου, στον Γαρουφαλιά και στον Παπακωνσταντίνου. Ο Παπακωνσταντίνου ήταν βουλευτής Κοζάνης και εν συνεχεία έγινε βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας.

Η κατάσταση αυτή μου έδωσε ένα πνεύμα πολιτικό. Ενώ είχα γαλουχηθεί με στρατιωτικό πνεύμα, ενώ η οικογένεια μου ήταν τελείως άσχετη με την πολιτική και το στρατιωτικό και μας είχε γαλουχήσει με ιδανικά της πατρίδας, της ηθικής, της ηρεμίας ξαφνικά βρίσκομαι μέσα σε κυκεώνα πολιτικό. Αυτό ήταν το πνεύμα το οποίο είχε επιδράσει στο μυαλό μου, όταν την 21η Απριλίου βρέθηκα στο γραφείο μου με την επανάσταση.

Δεν ξέρω ακριβώς το τι έγινε. Μπορώ όμως να πω το εξής. Ότι δεν είχα πάρει είδηση το τι είχε συμβεί την εποχή εκείνη για να φτάσουμε στην δικτατορία.

 

Πολλοί αξιωματικοί με πλησίασαν. Κάτι μου λέγανε, αλλά οι χημεία μας δεν ταίριαζε, για αυτό δεν μου αποκάλυπταν τίποτα. Έτσι εκ των υστέρων, όταν εγώ βρέθηκα στην φυλακή, αναλογιζόμενος το τι είχε συμβεί στην προ της 21ης Απριλίου, διαπιστώνω ότι πράγματι με πλησίασαν, αλλά δεν με μύησαν.

Έτσι, στις 21 Απριλίου, όπως είπα στην αρχή, βρέθηκα τελείως άσχετος με τα όσα είχαν συμβεί.

 

Όταν λέτε ότι δεν ταίριαζε η χημεία σας τι ακριβώς εννοείτε;

 

Δεν διαπίστωναν εκείνοι ότι εγώ μπορώ να αποδεχθώ μία καταπάτηση των δημοκρατικών αρχών, για αυτό και δεν προχωρούσαν.

 

Οι πολιτικές σας πεποιθήσεις εκείνη την στιγμή, ποιες ήταν;

 

Δεν γεννάται αμφιβολία ότι ως στρατιωτικός ήμουν στην δεξιά παράταξη. Και δεν σας κρύβω ότι την εποχή εκείνη υπήρχε διάχυτος η γνώμη ότι εάν έρθουν οι κεντρώοι στην εξουσία, κάτι θα συμβεί. Όπως επίσης δεν σας κρύβω ότι το ίδιο πνεύμα το είχαν πάρα πολλοί, οι οποίοι πολέμησαν στον Γράμμο, στο Βίτσι, στα βουνά της Βορείου Ελλάδος, στις πόλεις στην Νότιο Ελλάδα, στην Ήπειρο, Θεσσαλία, Μακεδονία, Εύβοια και είχαν θύματα, πίστευαν ότι αν έρθει κεντρώα κυβέρνηση, ίσως έχουμε πράγματα όχι σωστά.

 

Έτσι λοιπόν, είχε αμφισβητηθεί και ο Γεώργιος Παπανδρέου, διότι είχε την ιστορία του δημοκρατικού και στην Μέση Ανατολή είχε κάνει μια κυβέρνηση από δημοκρατικούς. Έτσι λοιπόν, η εντύπωση ήταν ότι πάση θυσία έπρεπε να αποφευχθεί η κυβέρνηση των κεντρώων. Παρόλα ταύτα ήρθε η κυβέρνηση Παπανδρέου, έκανε την κυβέρνηση το ’64, δημιουργήθηκε η ρήξη Καραμανλή με το παλάτι, δημιουργήθηκε και η ρήξη του Παπανδρέου με το παλάτι, έπεσε η κυβέρνηση του Παπανδρέου, έγινε η κυβέρνηση του Κανελλόπουλου, ο οποίος Κανελλόπουλος θέλησε να κάνει εκλογές. Ανέλαβε την κυβέρνηση για να κάνει εκλογές. Δεν πρόλαβε, σε 17 μέρες τον πρόλαβε η δικτατορία.

 

Εδώ θα μου επιτρέψετε να σας διαβάσω ένα απόσπασμα των δηλώσεων του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, όταν στην δίκη των πρωταιτίων, ανέφερε τα της 21ης Απριλίου. Είπε λοιπόν ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος «Έναντι της ιστορίας είμαι υπόλογος εγώ, γιατί ως πρωθυπουργός της χώρας δεν κατόρθωσα να προλάβω αυτό το οποίο έγινε. Και δεν κατόρθωσα να το προλάβω διότι δεν υπήρξε καμία ένδειξη ότι πίσω από τις πλάτες της ανωτάτης στρατιωτικής ιεραρχίας, μερικοί συνταγματάρχες σχεδίαζαν ένα πραξικόπημα».

Για μένα η συνεχής επανάληψη των επαναστατών, ο πρόεδρος τα μέλη, ο πρόεδρος τα μέλη, από το πρωί ως το βράδυ μου δημιούργησε προβλήματα, μου δημιούργησε απορίες. Αν έγινε μία επανάσταση η οποία επεκράτησε, γιατί να μην αποκαλυφθούν ποιοι είναι. Μέχρι και την ώρα που ορκίστηκε ο Κόλιας ως πρωθυπουργός εγώ πίστευα ότι δεν είχαν επικρατήσει, παρά το γεγονός ότι τα ραδιόφωνα τους έλεγαν ότι η επανάσταση τους επικράτησε.

 

Και εδώ πάλι θα μου επιτρέψετε να πω την άποψη του Κανελλόπουλου στην ίδια δίκη. Λέει λοιπόν ο Κανελλόπουλος «Έχω την γνώμη ότι το μεσημέρι και το απόγευμα, μέχρι της ορκωμοσίας του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, οι πραξικοπηματίες είχαν βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση, διότι όλοι η ανωτάτη ηγεσία, εκτός δύο ή τριών αντιστρατήγων, είχε δείξει διάθεση αρνητική. Ένας αριθμός αξιωματικών, μέσα στο ίδιο το Πεντάγωνο είχε αντιδράσει ψυχικά. Εγώ είδα με τα μάτια μου, όταν με μετέφεραν στον τρίτο όροφο, ταξίαρχο με πολιτικά να διαπληκτίζεται και να πιάνεται στα χέρια με κάποιον, ο οποίος τον πέταξε μέσα σε ένα κελί».      

Και συνεχίζει «Έχω την βεβαιότητα ότι εκείνη την στιγμή, απόγευμα, τα είχα σχεδόν χάσει και είχαν περάσει ώρες πολλές και είχε αρχίσει να γίνεται γνωστό και στην Αθήνα και στα Σώματα στην Ελλάδα ότι ήταν υπόθεση ολίγων αξιωματικών».

 

Εγώ αφοσιωμένος στα στρατιωτικά μου καθήκοντα, δεν είχα αντιληφθεί ότι την ημέρα εκείνη, από το πρωί, είχανε γίνει συλλήψεις πολιτών, από τους εγκαθέτους της Ε.Σ.Α. και τους μυημένους και τους είχαν μεταφέρει σε διάφορα στρατόπεδα και τους είχαν ορισμένους βασανίσει. Δεν είχα καθόλου αντιληφθεί ότι οι αξιωματικοί, οι οποίοι, όχι διοικούσαν, αλλά εκπροσωπούσαν στην περιοχή μου την επανάσταση, όπως την λένε αυτοί, ήταν τόσο πολύ σκληροί και βασάνιζαν κόσμο.  

 

Θέλω να σας ρωτήσω αρκετά πράγματα τώρα σε σχέση με αυτό. Κατ’ αρχάς, ο Κανελλόπουλος ήθελε να κάνει εκλογές, ωστόσο υπήρχε διάχυτη η γνώμη ότι δεν έπρεπε Ένωση Κέντρου να ξανά ανεβεί στην εξουσία. Υπήρχε διάχυτη η άποψη ότι θα γίνει ένα πραξικόπημα, ότι θα γίνει κάτι που θα εμποδίσει την Ένωση Κέντρου να έρθει στην εξουσία. Αυτό συζητιόταν στους κύκλους των στρατιωτικών, του στρατού γενικότερα;

 

Θα ήθελα να πω το εξής. Ότι την περίοδο εκείνη τα περί Παπανδρέου ήταν περισσότερο αρνητικά προτού κερδίσει τις εκλογές του Φεβρουαρίου του ’64. Μετά τις εκλογές του Φεβρουαρίου του ’64 έγινε η αποστασία, ήρθανε κυβέρνηση Στεφανόπουλου, κυβέρνηση Νόβα, κυβέρνηση διαφόρων πολλών, οι οποίοι δεν πήραν ψήφο εμπιστοσύνης και κατέληξαν στον Κανελλόπουλο. Δεν υπήρχε τότε η ίδια  εντύπωση που υπήρχε προ του ’64, ότι δεν πρέπει να επανέλθει ο Παπανδρέου, διότι στο διάστημα από το ΄63 μέχρι το ΄67 που διοίκησε ο Παπανδρέου, δεν είχαμε την ίδια εντύπωση του κόσμου.

 

Είπαν μέλη της ΕΔΗΝ, της νεολαίας της Ένωσης Κέντρου, ότι υπήρχε διάχυτη αυτή η άποψη ότι κάτι θα γίνει, δηλαδή όχι μόνο από την Ελλάδα και από την Αμερική, δεν θέλανε τον Παπανδρέου, κάτι μύριζε άσχημα.

 

Επανέρχομαι σε αυτό που προηγουμένως δήλωσα, όπως το δήλωσε και ο Κανελλόπουλος. Όντας γαλουχημένος στις δημοκρατικές ιδέες, όντας γαλουχημένος από μία οικογένεια, η οποία ήταν φτωχή μεν, αλλά πλούσια σε χαρακτήρα και σε ιδανικά και υπηρετώντας κοντά στους ανθρώπους που σας είπα, είχα ένα ευρύ πνεύμα δημοκρατίας και εγώ δεν πίστευα τότε ότι δεν έπρεπε ο Παπανδρέου να ξαναπάρει την εξουσία.

           

Με βάση λοιπόν αυτό, υπήρχε η διάχυτος γνώμη ότι κάτι θα γίνει, αλλά δεν ήταν όμως τόσο έντονη, ώστε να μας δημιουργήσει την εντύπωση ή να μας προβληματίσει και να μας κάνει να σκεφτούμε ότι πρέπει να προλάβουμε κάτι τέτοιο. Ήμασταν καλά αφοσιωμένοι στα στρατιωτικά μας καθήκοντα. Έτσι λοιπόν, επανέρχομαι, 21 Απριλίου πέρασε μέσα στο γραφείο, με εναλλαγές, με κουβέντες, άλλοι λέγανε ότι πέτυχε, άλλοι δεν πέτυχε, άλλοι λέγανε ότι καλώς έγινε, άλλοι λέγανε καλώς δεν έγινε. Πολλοί αξιωματικοί είχαν αντίθετη γνώμη, αλλά κανείς δεν αντιδρούσε, όλοι το δεχθήκαμε, αλλά δεν το αποδεχθήκαμε, έχει σημασία αυτό το πράγμα που λέω.

           

Δεχθήκαμε την 21η Απριλίου, αλλά δεν την αποδεχθήκαμε. Αυτό σημαίνει ότι οι προβληματισμοί μας, για την παράνομη κατάληψη της εξουσίας, υπήρχαν. Με αυτό το σκηνικό, με αυτό το πνεύμα, με αυτές τις ιδέες, όταν την επομένη μέρα, την μεθεπομένη  μέρα, εφαρμόσαμε το πρόγραμμα, το οποίο είχαμε από την αρχή, εγώ ως επιτελής του 4ου  επιτελικού γραφείου, πήγα με τον βοηθό επιτελάρχη, τον συνταγματάρχη τον Καλαμάκη, τον μετέπειτα διοικητή της Κ.Υ.Π., τον αντιστασιακό, πήγαμε να κάνουμε επιθεώρηση στο Μπέλλες. Εκεί ήρθε το μήνυμα ότι κάτι δεν πάει καλά από έναν λοχαγό. Εκεί βλέποντας τον λοχαγό και θα πω πως συνέβη, βλέποντας τον λοχαγό θυμήθηκα τον Κανελλόπουλο που σας διάβασα προηγουμένως, που είπε είδα ταξίαρχο που διαπληκτιζόταν με κάποιον και τον έκλεισαν στο κελί.

 

Αυτό ήταν το κλειδί για μένα, η φράση του Κανελλόπουλου και ο λοχαγός που το μετέφραζε εκείνη την στιγμή, που με έκανε να αντιδράσω κατά της δικτατορίας. Πώς συνέβη. Φτάνοντας λοιπόν στο φυλάκιο στο Μπέλλες συναντάμε ένα λοχαγό άγνωστο σε μας. Φυσικό είναι όταν πάμε κάπου να κάνουμε επιθεώρηση να ξέρουμε ποιους θα συναντήσουμε και τι θα επιθεωρήσουμε. Περίμενα λοιπόν να συναντήσω άλλον και βλέπω άλλον και εγώ και ο προϊστάμενός μου, ο Καλαμάκης. Τον ρωτάμε τι γυρεύεις εδώ; Και μας απαντάει. Προσέξτε τα λόγια που μας είπε. Είναι κάτι παρόμοιο με αυτά του Κανελλόπουλου.

 

Μας λέει λοιπόν. Το πρωί στις 21 Απριλίου πήγα στο γραφείο μου στο Πεντάγωνο. Μπαίνοντας μέσα στην πόλη με σταματάει ένας ΕΣΑτζής με τα αυτόματα και μου λέει έγινε επανάσταση. Φυσικό ήταν να ρωτήσω ποιος την έκανε και αν μετέχει και ο βασιλιάς. Αξιωματικός είμαι πρέπει να ξέρω ποιος έκανε την επανάσταση. Απάντηση, με σπρώξανε, με κλείσανε σε ένα κελί και την επομένη μέρα με στείλανε με το αεροπλάνο στο Μπέλλες, στο φυλάκιο αυτό.

 

Ήταν ο ίδιος;

 

Ναι αυτός, όχι ο ίδιος που είδε ο Κανελλόπουλος, άλλος λοχαγός, αλλά η σκέψη μου με τα λόγια του Κανελλόπουλου, με το γεγονός του λοχαγού που συνάντησα και εγώ και ο Καλαμάκης, αμέσως μου δημιούργησε κάτι δεν πάει καλά, κάτι πρέπει να συμβαίνει.

           

Κοίταξα τον Καλαμάκη, με κοίταξε και αυτός, φύγαμε με περισσότερους προβληματισμούς.

Μόλις γύρισα στην Βέροια, άρχισε στο μυαλό μου να γεννιέται η επιθυμία της αντίδρασης σε αυτό το καθεστώς, που έτσι φέρεται στους αξιωματικούς, οι οποίοι έχουν το θάρρος να ρωτήσουν ποιος την έκανε την επανάσταση και αν μετέχει και ο βασιλιάς.

 

Πότε πια μάθατε ποιοι μετείχαν στην επανάσταση και ότι δεν μετείχε ο βασιλιάς;

 

Στις 21 Απριλίου, την ημέρα εκείνη, από το πρωί μέχρι το βράδυ, εάν έχετε ακούσει, μετέδιδε το ραδιόφωνο ο πρόεδρος τα μέλη, ένα μήνυμα και έλεγε ο πρόεδρος τα μέλη. Τις απογευματινές ώρες, όταν ορκίστηκε πλέον ο Κόλιας, έλεγε ο πρόεδρος Κόλιας, Πρόεδρος του Αρείου Πάγου και τα μέλη, ανέφερε τον Παττακό, τον Μακαρέζο και τον Παπαδόπουλο.

           

Εμένα δεν μου λέγανε τίποτα τα ονόματα αυτά, παρά το γεγονός ότι όπως είπα προηγουμένως, έχω υπηρετήσει σε θέσεις κλειδιά, στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης, στο Σώμα Στρατού, στην μεραρχία, σε θέσεις τέτοιες, καταδρομές, σε θέσεις τέτοιες που θα έπρεπε να έχω μία εικόνα των αξιωματικών, των ανωτέρω αξιωματικών. Δεν μου έλεγαν τα ονόματά τους τίποτα.

           

Γύρισα λοιπόν, επανέρχομαι στο γραφείο μου και άρχισα να σκέπτομαι. Κάτι έπρεπε να κάνω.

Την ίδια εποχή στην Σκύδρα, υπηρετούσε ο αδερφός μου Κώστας, λοχαγός του μηχανικού. Τον επισκέπτομαι, κουβεντιάζουμε, ανταλλάσσουμε απόψεις και αυτός είχε ορισμένους ενδοιασμούς και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι πρέπει κάτι να κάνουμε, αλλά χρειάζεται πάρα πολλή προσοχή, χρειάζεται πάρα πολλή ηρεμία και πολλή σύνεση.

 

Αποφασίσαμε να επανέρθουμε ύστερα από μία βδομάδα ή 15 περίπου μέρες, αφού προηγουμένως επισκεφθούμε πολλούς συναδέλφους σε διάφορες άλλες μονάδες να μάθουμε τις σκέψεις τους.

Εγώ είχα μια ευχέρεια. Ως επιτελής του 4ου επιτελικού γραφείου είχα την δυνατότητα να κινούμαι με τζιπ, με ¾, με φορτηγά, με τα ΕΠΑΡ του πυροβολικού, με τα τραίνα με εντολή των προϊσταμένων μου.

Δηλαδή, μπορούσα άνετα να κινηθώ από την περιοχή της Αριδαίας μέχρι την περιοχή των Σερρών, σε όλη αυτή την περιοχή περνώντας και από την Θεσσαλονίκη, με μέσα της υπηρεσίας, χωρίς να δώσω το δικαίωμα σε κανέναν να μου πει υποψία που πας και τι κάνεις. Έτσι λοιπόν επισκέφθηκα με το ΕΠΑΡ τον αδερφό μου τον αεροπόρο στον Βόλο, με τα τζιπ επισκέφθηκα διάφορες μονάδες στα σύνορα, με το ΕΠΑΡ πάλι επισκέφθηκα τις Σέρρες.

 

Τι ακριβώς είναι το ΕΠΑΡ;

 

Αεροπλάνο του πυροβολικού. Μικρό αεροπλανάκι του στρατού, τα αεροπλάνα του στρατού. Εναέρια παρατηρητήριο λέγεται, ΕΠΑΡ. Χρησιμοποιείται από το πυροβολικό για να βλέπει που πάνε τα πυρά και να δίνει οδηγίες. Αλλά ο στρατός, το πυροβολικό έχει τέτοια αεροπλάνα. Εγώ ως 4ο γραφείο είχα την δυνατότητα να κινώ αυτά, πήγαινα στον επιτελάρχη και έλεγα θέλω να κινηθώ εκεί και μου υπέγραφε το χαρτί και πήγαινα.

 

Τι κάνατε λοιπόν εκεί όπου πηγαίνατε;

 

Πήγα λοιπόν σε πολλές μονάδες, μίλησα σε πάρα πολλούς συναδέλφους, πολλούς φίλους, είχα δε πάρα πολλούς φίλους τότε, γιατί όπως σας είπα ως υπασπιστής του 2ου Σώματος Στρατού στην Κοζάνη, ως επιτελής του 2ου επιτελικού γραφείου στην Έδεσσα, ως επιτελής του 4ου επιτελικού γραφείου στην Βέροια, ως μαθητής της Σχολής Πολέμου στην Θεσσαλονίκη, ως υπασπιστής του Υπουργού Εθνικής Αμύνης στην Αθήνα με δυνατότητα που είχαμε επισκεφθεί σχεδόν όλη την Ελλάδα, είχα την ευχέρεια να δω πάρα πολλούς φίλους και να κουβεντιάσω μαζί τους. Βεβαίως, η κουβέντα μας ήταν πάντοτε φιλική, ήτανε ήρεμη, ποτέ δεν ήταν επιθετική και μέσα σε αυτό το πνεύμα προσπαθούσα να δω ποια είναι και η δικιά τους αντίδραση.

 

Τι τους λέγατε;

 

Τίποτα. Πως βλέπουν την κατάσταση, τι έγινε, αν ξέρουν τους πρωταίτιους, αν αυτοί τους ικανοποιούν, εάν πιστεύουν ότι μπορεί ένας ταξίαρχος που ήτανε τότε ο Παττακός να μπορεί να επιθεωρεί τον στρατηγό που ήταν διοικητής Σώματος Στρατού ή της μεραρχίας, αν ένας συνταγματάρχης, ο Μακαρέζος μπορούσε να είναι υπεράνω του πρωθυπουργού, τέτοια πράγματα, απλώς για να μπορέσω να καταλάβω περί τίνος πρόκειται.

Πάνω σε αυτά, με την πείρα όπως σας είπα που είχα, έβλεπα ότι άλλοι εξ’ αυτών αδιαφορούσαν, πολλοί όμως εξ’ αυτών είχαν τους ίδιους προβληματισμούς.

 

Εγώ δε στην αρχή, δεν προχώρησα σε μύηση, ήθελα να μάθω αν υπάρχουν προβληματισμοί και αν υπάρχουν οι φόβοι ότι κάτι δεν πάει καλά. Και πράγματι διαπίστωσα ότι αυτό ήταν η αλήθεια.

Έτσι λοιπόν, ξαναγύρισα στην Βέροια, συναντήθηκα με τον αδερφό μου τον Κώστα, μαζί με τον διοικητή του τον συνταγματάρχη τον Ζησίου, ο οποίος ήταν υποδιοικητής τότε και μετά έγινε διοικητής του τάγματος μηχανικού και αφού ανταλλάξαμε απόψεις, καταλήξαμε ότι πρέπει να αντιδράσουμε.

 

Είπαμε λοιπόν ότι πρέπει να γίνει μία οργάνωση, η οποία θα έχει βασικώς στρατιωτικούς, αλλά θα επεκτείνεται και σε πολιτικά πρόσωπα. Είχα δε την δυνατότητα εγώ να πλησιάσω πολιτικά πρόσωπα, διότι ως υπασπιστής του Υπουργού Εθνικής Αμύνης είχα και τον Παπακωνσταντίνου και τον Γαρουφαλιά και τον Νιάνια και τον Παπανικολόπουλο και πολλούς άλλους, οι οποίοι ήτανε, και τον Παππά τον μετέπειτα αντιναύαρχο, διότι με τον Παππά ήμασταν υπασπιστές μαζί στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης και τον Παπαδόγγονα και ορισμένους άλλους και πολιτικά πρόσωπα και τον Μαύρο γνώριζα και τον Κανελλόπουλο είχα γνωρίσει και πολλούς άλλους και τον Αβέρωφ, που μπορούσα να τους πλησιάσω και να έχω μία εικόνα μαζί τους, μία κατάσταση μαζί τους.

 

Μάλιστα δεν σας κρύβω ότι συνάντησα τον Αβέρωφ κάποια στιγμή στο Κολωνάκι, όχι στο Κολωνάκι, στο Μπραζίλ. Ο Αβέρωφ κάθε πρωί συνήθιζε να πηγαίνει στο Μπραζίλ, είναι στο Παλλάς, τώρα που είναι το μεγάλο κατάστημα, εκεί από κάτω υπήρχε ένα μπαρ, μια καφετέρια θα μπορούσα να πω, σε σκαμνάκια και εκεί πήγαινε κάθε πρωί ο Αβέρωφ, συνήθιζε και ανταλλάξαμε απόψεις και με αυτόν. Όταν δε με πιάσανε, ο Αβέρωφ φοβήθηκε μην αποκαλύψω κάτι από την συνάντησή μας και πράγματι δεν αποκάλυψα.

 

Λοιπόν, επανέρχομαι πάλι στην περίοδο μετά την 21η Απριλίου. Φτιάξαμε, σκεφτήκαμε την οργάνωση και αποφασίσαμε ότι έπρεπε το πρώτιστο μας καθήκον είναι να κάνουμε ένα οργανόγραμμα. Να βάλουμε τους σκοπούς και να δούμε τι κάνουμε και να δώσουμε και το όνομα. Δώσαμε λοιπόν το όνομα «Ένωση Εθνικής Σωτηρίας» και δώσαμε τα αρχικά του Ε.Ε.Σ. Γιατί το δώσαμε αυτό; Γιατί θέλαμε να ταιριάζει με τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό, Ε.Ε.Σ., οπότε όταν δίναμε οτιδήποτε δεν μπορούσε να καταλάβει κανένας ότι αναφερόμεθα στην Ένωση Εθνικής Σωτηρίας, αλλά αναφερόμεθα στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό.

 

Δώσαμε το όνομα και στους σκοπούς μας βάλαμε πρώτον να συγκεντρώσουμε καταστάσεις αξιωματικών όλων των μονάδων που μπορούσαμε και από αυτές να επιλέξουμε, να μυήσουμε και να επιλέξουμε. Να συγκεντρώσουμε πυρομαχικά. Να σκεφτούμε πως θα κάνουμε μετάδοση των ιδεών μας. Βάλαμε λοιπόν στο πρόγραμμά μας ότι πρέπει εν καιρώ να φτιάξουμε έναν πλωτό ραδιοφωνικό σταθμό. Και γιατί πλωτό; Διότι ο πλωτός μπορούσε να είναι στο Ιόνιο, να είναι σε έδαφος διεθνές, διεθνή ύδατα και να μην μπορεί κανείς να το πιάσει, να μπορεί να μεταδίδει.

 

Να φτιάξουμε ομάδες κρούσεως, οι οποίες θα καταλάμβαναν τους σταθμούς της Δ.Ε.Η., τους ραδιοφωνικούς σταθμούς Αθηνών, Θεσσαλονίκης και λοιπά, ανθρώπους που θα μπορούσαν να μπούνε μέσα στα στρατηγεία των μεγάλων μονάδων για να παίξουν τον ρόλο τους και ανθρώπους που θα μπορούσαν να πλαισιώσουν το πολιτικό σκέλος για να μπορέσουμε να κάνουμε προκηρύξεις, να ενημερώσουμε τον κόσμο με τις ιδέες μας και τους προβληματισμούς μας. Έτσι λοιπόν ξεκινήσαμε και αρχίσαμε να υλοποιούμε αυτά. Δεν προλάβαμε να τα υλοποιήσουμε όλα, διότι μεσολάβησε η 13η Δεκεμβρίου. Η 13η Δεκεμβρίου με βρήκε πάλι στο γραφείο μου.

 

Μέχρι τότε είχατε έρθει σε επικοινωνία με τον Κωνσταντίνο;

 

Από την 21η Απριλίου μέχρι και την 13η Δεκεμβρίου Πρώτα διότι δεν ήμουν σίγουρος εάν μπορούσε να τον πλησιάσει κανείς μετά από τον κλοιό που του είχαν κάνει οι πραξικοπηματίες. Διότι πρέπει να ξέρετε ότι ο βασιλιάς είχε αρνηθεί να του ορκίσει μέχρι το βράδυ και εκεί στηριζόταν ο Κανελλόπουλος όταν είπε ότι δεν ξέρανε τι να κάνουνε μέχρις ότου ορκίστηκε ο Κόλιας.

           

Ο Κανελλόπουλος συνελήφθη όπως ξέρετε το βράδυ στο σπίτι του, τον πήγανε στο επιτελείο, στο Πεντάγωνο, τον κλείσανε σε ένα γραφείο μέχρι το πρωί και το πρωί φέρανε επίσης και τον βασιλιά και συναντήθηκε ο Κανελλόπουλος με τον βασιλιά το πρωί. Και ο βασιλιάς ρώτησε τον Κανελλόπουλο να του δώσει την συμβουλή του ως υπεύθυνος πρωθυπουργός.

           

Είναι γραμμένα πλέον, να μην ασχοληθώ εγώ με το τι είπε ο βασιλιάς στον Κανελλόπουλο και τι είπε ο Κανελλόπουλος στον βασιλιά. Σημασία έχει ότι μέχρι αργά το βράδυ ηρνείτο να τους ορκίσει ο βασιλιάς, ακούγοντας και την γνώμη του Κανελλόπουλο, ο οποίος είπε μην τους ορκίζεις. Δεν ξέρω τι μεσολάβησε, τον πίεσαν, τον απείλησαν και όρκισε τον Κόλια ως πρωθυπουργό και από εκεί όρκισε τους υπόλοιπους.  

           

Δεν ήρθα λοιπόν σε καμία επαφή διότι πίστευα ότι θα ήταν δύσκολο να επικοινωνήσω και πίστευα επίσης, ότι δεν θα ήταν δυνατόν να δεχθεί την γνώμη ενός απλού ταγματάρχη, γιατί εν τω μεταξύ είχα γίνει ταγματάρχης, ενός απλού ταγματάρχη για τόσο σοβαρό θέμα. Έτσι λοιπόν απευθύνθηκα στο περιβάλλον μου, τους ανθρώπους τους οποίους γνώριζα, τους ανθρώπους με τους οποίους είχα φιλικές επαφές, με αυτούς που βγαίναμε τα βράδια για φαγητά, με αυτούς που βγαίναμε για καφετέριες, με αυτούς που βγαίναμε στις ασκήσεις.

 

Πόσο χρονών ήσασταν;

 

32. Είχα πάει σε ασκήσεις summer express, σε διεθνείς ασκήσεις, sunshine express, ήμουν στα επιτελεία των στρατηγείων των συμμάχων και εκεί είχα γνωρίσει και συμμάχους και έλληνες αξιωματικούς. Είχα επίσης, σας είπα στην αρχή, ως υπασπιστής του υπουργού Εθνικής Αμύνης, είχα την δυνατότητα να έχω άμεση επαφή με την ανωτάτη ηγεσία, με τον αρχηγό του Γ.Ε.Σ., τον αρχηγό του Γ.Ε.Ε.Θ.Α., με τους σωματάρχες, με τους μεράρχους, ώστε είχα προσωπική αντίληψη και του κύρους ενός εκάστου, και της προσωπικότητας ενός εκάστου, και του δυναμικού ενός εκάστου και της θελήσεως ενός εκάστου, ώστε για μένα ήταν εύκολο πια να διαλέξω που θα πάω για να ανοίξω την καρδιά μου.

 

Τι σας έλεγαν; Δηλαδή πέρα από τους προβληματισμούς, το γεγονός ας πούμε ότι ο Σπαντιδάκης είχε πάρει το μέρος των πραξικοπηματιών, το γεγονός ότι αυτό το πραξικόπημα προέκυψε από τα σπλάχνα του στρατού, πώς είχε επιδράσει στην ψυχολογία των ανθρώπων με τους οποίους μιλούσατε;

 

Μα εξήγησα και προηγουμένως ότι το πραξικόπημα της 21 Απριλίου δεν ήταν επανάσταση, ήταν πραξικόπημα. Δεν είχε την αποδοχή του συνόλου των αξιωματικών, ήταν μία ομάδα αξιωματικών, οι οποίοι το οργάνωσαν πραξικοπηματικά, κατέλαβαν την εξουσία πραξικοπηματικά και στην συνέχεια αναπτύχθηκαν με ανθρώπους, οι οποίοι τους αποδέχθηκαν και με ανθρώπους, οι οποίοι το δέχθηκαν χωρίς να τους αποδεχθούν.

           

Το σύνολο του στρατού δεν τους αποδέχθηκε για αυτό και εκ των υστέρων είδατε ότι με την πτώση τους η πορεία του στρατού πήγε ομαλά. Δεν ήταν κάτι που ανετράπη στον στρατό, δεν ήταν μεγάλη η δύναμις των επαναστατών. Αν υπήρχε πλέον του 50% των αξιωματικών στην επανάσταση και απεδέχετο η συμμετείχε θα ήταν επανάσταση και θα πετύχαινε και δεν θα είχε ούτε τις αντιδράσεις ούτε τίποτα. Και δεν θα είχε αυτή την πορεία που είχε, να γίνει πλέον ένα καταπιεστικό καθεστώς.

 

Το ότι εκείνοι φοβόντουσαν και το εαυτό τους, φοβόντουσαν ο ένας τον άλλο και απόδειξη ότι κάποια στιγμή ο Ιωαννίδης ανέτρεψε τον Παπαδόπουλο και αυτό δείχνει ότι και μέσα στα σπλάχνα τους υπήρχαν αντιθέσεις. Το γεγονός λοιπόν ότι ομάδα μικρή αξιωματικών ήταν αρκετό να τους πείσει ότι δεν είχαν την αποδοχή του συνόλου του στρατού.

 

Αυτό ήταν που με έκανε και εμένα άνετα να κινούμαι και να βρίσκω ανθρώπους και πράγματι βρήκα και στο Σώμα Στρατού στην Βέροια, βρήκα και στο Σώμα Στρατού της Θεσσαλονίκης, βρήκα και στην Σχολή Πολέμου, βρήκα και στις καταδρομές, βρήκα και στις μονάδες Πυροβολικού, βρήκα και στις μονάδες Πεζικού, βρήκα και στην Λάρισα, βρήκα και στην Αθήνα, πολλούς αξιωματικούς, οι οποίοι οργανώθηκαν, ανοιχτά πλέον οργανώθηκαν μαζί μου και αποτελέσαμε την ομάδα κρούσεως για να αντιδράσουμε την κατάλληλη στιγμή στην χούντα.

 

Σας είπα προηγουμένως ότι 13 μας σταμάτησε και μας σταμάτησε γιατί δεν σας κρύβω ότι πάρα πολλοί από τους συνεργάτες μου προβληματιστήκανε και λένε δεν πέτυχαν οι στρατηγοί, δεν πέτυχε ο βασιλιάς, θα πετύχει ο Πνευματικός και εμείς; Άρα κάτι δεν πάει καλά. Και άρχισαν να μαζεύονται. Χαρακτηριστικό αυτής της σκέψεως είναι κάτι που είπε ο λοχαγός Κυβέλος, ένας οργανωμένος σε μένα, ο οποίος ήταν και ο κύριος καταδότης και της διάλυσης της οργανώσεως, όταν κατέθετε στον ανακριτή εναντίον μου. Επιτρέψτε μου να σας το διαβάσω.

 

Λέει ο κύριος Κυβέλος, όταν κατέθετε στον ταγματάρχη Πεζικού Κούτρα Πέτρο στις 30 Μαρτίου του ’68. Εγώ είχα συλληφθεί 22 προς 23 Μαρτίου ’68. Καταθέτει λοιπόν «Περί την 19.30΄ώρα της 13 Δεκεμβρίου, ευρισκόμενος εις το γραφείο του ταγματάρχου Αγγέλου Πνευματικού, εις το οποίον συνεκεντρούντο πολλοί αξιωματικοί προς παρακολούθηση των ειδήσεων εκ του ραδιοφώνου» και συνεχίζει «Εις στιγμή τινά τον ερώτησα αν στην αντεπανάσταση της 13ης Δεκεμβρίου έλαβε μέρος και η οργάνωση που μας έχει πει. Όχι μου απήντησε»

 

Το ερώτημα λοιπόν του Κυβέλου ήταν στη σκέψη θα μπορούσα να πω του πλέον του 50% στην ομάδα μας. Δεν πέτυχε ο βασιλιάς, θα πετύχουμε εμείς; Παρά το γεγονός όμως ότι ο Κυβέλος λέει ότι αυτός μετά αυτό το ερώτημα κατέθεσε στις αρχές ότι υπήρχε αυτή η κίνηση η δική μας, εγώ δεν μπορώ να δεχθώ ότι μέχρι την ημέρα που εγώ έφυγα από τον στρατό, 10 Φεβρουαρίου,  ότι είχανε γνώση οι αρχές. Διότι κανείς δεν με παρακολουθούσε, άνετα κινιόμουν με τα αεροπλάνα, με τα τζιπ και λοιπά, μου δίνανε τις εντολές χωρίς κανένας να με παρακολουθεί.

 

Τηρούσατε κανόνες συνωμοτικότητας;

 

Βεβαίως, τηρούσαμε κανόνες συνωμοτικότητας και δεν ξέρω αν το είπα παραπάνω, αν δεν το είπα το λέω τώρα, η οργάνωσις μας είχε καθαρά κομμουνιστική δομή, μικρές ομάδες οργανωμένες, χωρίς να γνωρίζει η μία την άλλη.

           

Για αυτό και όταν πιαστήκαμε, δεν πιάστηκαν όλοι. Στην ομάδα μας ήταν περισσότεροι από 200 αξιωματικοί και περισσότεροι από 200 πολίτες και όμως πιάστηκαν γύρω στους 15, δικάστηκαν 9 και καταδικάστηκαν μονάχα 5. Αυτό αποδεικνύει ότι υπήρχαν στεγανά. Όσες δυνατότητες είχε ο Κυβέλος να πλησιάσει μέλη μας, αυτά τα μέλη αποκαλύφθηκαν. Όσα δεν εγνώριζε ο Κυβέλος δεν αποκαλύφθηκαν. Για αυτό πιστεύω ότι ο Κυβέλος απεκάλυψε την συνωμοσία μετά την σύλληψή μου.

 

Και πώς εξηγείτε την σύλληψή σας τότε;

 

Κάποιος, ο οποίος πήρε την προκήρυξη, κάποιος από τα μέλη ή κάποιος φίλος του Κυβέλου.

 

Τις προκηρύξεις πώς τις μοιράζατε; Είχατε ψευδώνυμο;

 

Θα μου επιτρέψετε όμως εδώ να κάνω μια μικρή διακοπή, να πω το θέμα της 13ης Δεκεμβρίου, που έχει κάποια σημαντική αξία για την όλη πορεία μου. Όπως ακούσατε ο Κυβέλος είπε την 13η Δεκεμβρίου εγώ ήμουν στο γραφείο μου, από το πρωί ως το βράδυ και άκουγα ραδιόφωνο. Αυτό τι σημαίνει; Σημαίνει ότι εγώ δεν εγνώριζα τίποτα, σημαίνει ότι εγώ δεν είχα γνώση της ενεργείας του βασιλέως. Είναι μια απάντηση στην προηγούμενη συζήτηση που έγινε ότι δεν είχα ενημερώσει τον βασιλιά. Ούτε και ο βασιλιάς είχε ενημερώσει εμένα για την οποιαδήποτε κίνησή του. Δεν ήξερα τίποτα απολύτως στις 13 Δεκεμβρίου.

           

Και γιατί το τονίζω αυτό. Το τονίζω γιατί εγώ στις 13 Δεκεμβρίου όντας στο σώμα στρατού, δεν πίστευα ότι θα με εμπλέξουν και θα με διώξουν για την 13η Δεκεμβρίου. Κάποια μέρα περί τα τέλη Ιανουαρίου, παίρνω μια εφημερίδα «Εστία» και βλέπω μέσα ότι ο Πνευματικός ο Άγγελος αποτάσσεται δια την συμμετοχή εις την 13η Δεκεμβρίου.

 

Έτσι το μάθατε;

 

Βεβαίως. Η 13 Δεκεμβρίου έγινε η κίνηση, απέτυχε, συνελήφθηκαν πολλοί αξιωματικοί, κλείστηκαν σε στρατόπεδα και λοιπά, αποστρατεύτηκαν πολλοί, διώχθηκαν, μπήκαν σε κατ’ οίκον περιορισμό, μέχρις ότου δουν τι θα κάνουνε. Μεταξύ αυτών που μπήκαν κατ’ οίκον περιορισμό ήταν και ο αδερφός μου ο Γιώργος.

 

Συμμετείχε εκείνος;

 

Ο αδερφός μου ο Γιώργος ήταν στην Αθήνα, στο Τατόι, διοικητής του αεροδρομίου και συμμετείχε ενεργά. Πως συμμετείχε ενεργά; Ήταν αυτός που επέτρεψε ελεύθερα και με ασφάλεια στον Βασιλιά Κωνσταντίνο και στην οικογένειά του να μπει στο αεροπλάνο στο Τατόι και να πάνε στην Καβάλα το αεροπλάνο. Εάν ο αδερφός μου δεν μετείχε, εάν δεν είχε γνώση και δεν επέτρεπε, δεν θα γινόταν πτήση από το Τατόι στην Καβάλα, ίσως να μην γινόταν και καν η 13η. Άρα ήταν πολύ σημαντικός ο ρόλος του. Και όμως αυτός αποστρατεύτηκε, εγώ αποτάχθηκα.

           

Τι σημαίνει το ένα και τι σημαίνει το άλλο. Αποστρατεία σημαίνει σε διώχνω από τον στρατό με τον βαθμό τον οποίο φέρεις και έχεις όλα τα πλεονεκτήματα του αποστράτου, είσαι έφεδρος, παίρνεις σύνταξη, τα πάντα, έχεις τις τιμές σου, ενώ ο απότακτος χάνεις τα πάντα και την σύνταξη και τον βαθμό, γίνεσαι στρατιώτης, άρα γίνεται κάποιος απότακτος για πάρα πολύ σοβαρό αδίκημα. Αν έχετε ακούσει οι απότακτοι του 1929, τότε που ο στρατός είχε πάλι τα κινήματα και είχαν μία ομάδα μεγάλη αποτάκτων.

           

Είχα πραγματικά μια πολύ μεγάλη απορία, γιατί εγώ απότακτος, γιατί ο Στρατηγός ο Περίδης απόστρατος, γιατί ο Στρατηγός ο Λιαράκος απόστρατος που μετείχε, γιατί ο τάδε απόστρατος. Στην αρχή νόμισα ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι κάποιο λάθος έγινε, κάτι με μπερδέψανε με τον αδερφό μου και εμένα μεν βάλανε απότακτο και εκείνον απόστρατο. Ποιος τολμούσε όμως την εποχή εκείνη να αντιδράσει ή και να παραδεχθεί το άδικο; Έτσι λοιπόν πίστεψα ότι εγώ είχα αδικηθεί και ότι εμένα δεν έπρεπε να με διώξουν. Έμεινα με αυτή την ιδέα τουλάχιστον ένα χρόνο. Θα σας πω πως το ανακάλυψα.

 

Συνέχισα λοιπόν την δράση μου, με διώξανε, πήγα στην Αθήνα, συνεκέντρωσα κόσμο από τους φίλους μου, τους είπα ότι συνεχίζουμε και εκεί συναντήθηκα και με τον μετέπειτα Υπουργό της χούντας, Υφυπουργό Κρήτης, τον Γεωργαλά. Ο Γεωργαλάς ήταν γνωστός μου από τον καιρό που ήμουν στο Υπουργείο, ήταν σοβιετολόγος, έδιδασκε σοβιετολογία στο στρατό, ήταν γνωστός μου, συναντηθήκαμε στο σπίτι του, το σπίτι του ήταν στον Χολαργό, έμενε στο σπίτι του Στρατηγού Πανουριά με ενοίκιο.Τον βρήκα λοιπόν εκεί, μιλήσαμε και αποφασίσαμε να συντάξουμε μία προκήρυξη. Συντάξαμε την προκήρυξη, απόστρατος εγώ πια, απότακτος, συντάξαμε την προκήρυξη, εγώ, ο αδερφός μου και ο Γεωργαλάς.

 

Αξίζει να σας πω ότι ήταν πολύ συνωμοτική η πράξις της συντάξεως. Μαζευτήκαμε την ημέρα εκείνη εγώ, ο αδερφός μου και ο Γεωργαλάς σε ένα σπίτι στην οδό Λιοσίων, ένα διώροφο παλαιό, μπήκαμε μέσα, είχε τα κλειδιά ο Γεωργαλάς, καθίσαμε στο πάτωμα, με μια φλοκάτο και εκεί, αφού ανταλλάξαμε σκέψεις, είπαμε τι θα γίνει και συντάξαμε την προκήρυξη. Είναι καθαρά συνωμοτικό, ούτε στο σπίτι μου, ούτε στο σπίτι του ούτε πουθενά.

 

Δεν δέχομαι ότι ο Γεωργαλάς με πρόδωσε, γιατί παρά το γεγονός ότι μετέπειτα αυτός, ύστερα από εξάμηνο έγινε, όχι εξάμηνο χρόνο, έγινε Υπουργός της χούντας, δεν το δέχομαι διότι ο τρόπος με τον οποίο φέρθηκε, η συνωμοτικότης του, η απλότης του και η ειλικρίνεια του, δεν έδειχνε κάτι τέτοιο ή και αν ακόμα έδειχνε θα με συνελάμβαναν αμέσως μόλις έφυγα με την προκήρυξη στο χέρι. Την πήρα την προκήρυξη εγώ χειρόγραφη, την πήγα σε έναν φίλο μου στο τυπογραφείο, βρήκα τον γιο του, την πέρασε στην φωτοτυπία και για να μην φαίνεται το μηχάνημά του, την γράψαμε με το μηχάνημα των δοκιμαστικών, με τον τροχό των δοκιμαστικών.

Υπάρχει ένας κύλινδρος που βγάζουν τα δοκιμαστικά, παλιά όχι τώρα που υπάρχουν τα κομπιούτερ και λοιπά, που βγάζανε τα δοκιμαστικά και οι προκηρύξεις αυτές βγήκανε όλες βρεγμένες.

 

Χρειάστηκε λοιπόν να τις πάω στο σπίτι μου, να τις στεγνώσω, εδώ σε αυτό το σπίτι, να τις στεγνώσω στα καλοριφέρ και λοιπά, να τις μαζέψω και μετά να τις διανείμω. Τις διένειμα σε πάρα πολλούς, ένα δίκτυο από γυναίκες ήταν εκείνο, το οποίο ανέλαβε να διανείμει τις προκηρύξεις, ανά δέκα, ανά είκοσι, ανά πενήντα.

Μία δέσμη προκηρύξεων φυλάχτηκε σε μία κλινική, στην οδό, κοντά στην Ομόνοια, σε μία ασθενή φίλη μας, ήταν με πολύ άσχημη κατάσταση και στο κρεβάτι της κρύψαμε τις προκηρύξεις για ένα διάστημα.

 

Τι έγραφαν οι προκηρύξεις;

 

Οι προκηρύξεις αυτές ήταν κατ’ αρχήν ενημερωτικές, όπως πιστεύαμε εμείς ότι η χούντα ήταν επιζήμια για τον τόπο και ότι έπρεπε κάποια στιγμή ο λαός να ξεσηκωθεί εναντίον της χούντας και θα λάβει οδηγίες πως και που και πότε. Ήταν ένα βήμα από αυτά που είχαμε σχεδιάσει ότι έπρεπε να φτάσουμε να ενημερώσουμε τον κόσμο μας. Οι προκηρύξεις πολύ σύντομα φτάσανε Θεσσαλονίκη, Βέροια, Κοζάνη, Αθήνα, Κιλκίς, Σέρρες, Λάρισα. Μία δέσμη πιάστηκε αυτούσια, όπως ακριβώς εστάλη, ίσως αυτή να ήταν και η αιτία που μας πιάσανε.

 

Πώς σας πιάσανε;

 

Νομίζω ότι τα προκαταρκτικά και την δράση την ανέπτυξα λεπτομερώς και δεν νομίζω ότι θα υπάρξουνε πολλά ερωτηματικά. Θα πω λοιπόν τώρα, θα συνεχίσω την σύλληψή μου και κάποια στιγμή που θα επανέλθω στην 13η Δεκεμβρίου, θα σας πω τα περί συνωμοτικότητας. Στις 22 προς 23 Μαρτίου, το βράδυ γύρω στις 11.00΄ με 11.30΄, επέστρεψα από μία ομάδα, μια συγκέντρωση, συνάντηση που είχα με μια ομάδα μελών μας. Έφτασα εδώ, στο σπίτι μου. Πριν προλάβω καλά-καλά να αλλάξω και να φορέσει πυτζάμα, μου χτυπάει η πόρτα και καταφθάνει εδώ πέρα ένας αξιωματικός της Ε.Σ.Α. και ένας της ασφαλείας και μου λέει να τους ακολουθήσει εις την Γενική Ασφάλεια, στην Μπουμπουλίνας.

 

Βεβαίως, έχοντας διανείμει τις προκηρύξεις, βεβαίως έχοντας κάνει όλα αυτά που είχα κάνει στο παρελθόν, κατάλαβα αμέσως ότι κάτι συμβαίνει. Λέω στην αδερφή μου, ετοίμασέ μου κάτι, καμία κουβέρτα, κάνα παλτό για να φύγω, ήταν Μάρτιος. Ο αξιωματικός, όταν φεύγαμε, λέει στην αδερφή μου, φέρε και καμιά κουβέρτα στην Ασφάλεια, γιατί ίσως μείνει εκεί απόψε, ίσως μείνει εκεί απόψε.

 

Κατεβαίνω κάτω στις σκάλες του ασανσέρ και μόλις φτάνω κάτω αρχίζει πλέον το φασιστικό σκηνικό. Δύο ΕΣΑτζήδες, ένας δεξιά μου, ένας αριστερά μου και ένας ακριβώς πίσω μου, προχωρούσανε με τα όπλα και ο πίσω ήτανε σε τέτοια θέση που εκινείτο ανάμεσα στα πόδια μου, δηλαδή κάνοντας εγώ το βήμα, εάν σταματούσα θα τράκαρα στο πόδι του. Δεν μου φόρεσαν χειροπέδες, γιατί όπως καταλαβαίνετε την στιγμή εκείνη ήταν ακόμα ο σεβασμός προς τον αξιωματικό, αλλά ο τρόπος, ένας δεξιά, ένας αριστερά, για να μην το σκάσω να φύγω, ήταν απόδειξη ότι είχανε στο μυαλό τους την σύλληψή μου και την ανάκρισή μου.

 

Φτάνω στην Μπουμπουλίνας, συναντάω τον Λάμπρου, τον διοικητή τότε της Ασφαλείας. Κατά σύμπτωση ο Λάμπρου είναι Χαλκιδαίος και μένει καμιά πενηνταριά μέτρα από το σπίτι μου. Με γνώριζε. Μπαίνω μέσα στο γραφείο του και ειδοποιεί την αδερφή μου να φέρει φαγητό και κουβέρτα ή μάλλον ήρθε η αδερφή μου μαζί μου και την λέει πήγαινε και φέρε φαγητό και κουβέρτα. Με κλείνουν σε ένα κελί και όταν έφερε το φαγητό και την κουβέρτα η αδερφή μου, ούτε μου τα δώσανε, ούτε μου είπαν ότι ήρθε, ούτε την άφησαν να με δει. Ο Λάμπρου δεν παρουσιάστηκε την δεύτερη φορά στην αδερφή μου. Έμεινα εκεί και την επομένη μέρα και την μεθεπομένη με πήγανε στο ΕΑΤ-ΕΣΑ.

 

Ο Λάμπρου τι σας είχε πει όταν σας είχε δει;

 

Ο Λάμπρου όταν πήγα εκεί, μου είπε ότι είσαι φιλοξενούμενός μου, εγώ δεν ξέρω τίποτα απολύτως, είναι εντολή της στρατιωτικής διοικήσεως και θα πας στην Ε.Σ.Α. Και πράγματι στην Ασφάλεια δεν μου έκαναν τίποτα, ούτε με ενημέρωσαν, ούτε με βασάνισαν, ούτε μου φέρθηκαν άσχημα, ούτε και καλά. Με κλείσανε σε ένα κελί, δεν επέτρεψαν να μου δώσουν τις κουβέρτες που μου έφερε η αδερφή μου, αλλά δεν μπορώ να πω ότι άρχισε το ίδιο βράδυ το μαρτύριό μου. Το μαρτύριό μου άρχισε την μεθεπομένη, όταν με πήγανε στο ΕΑΤ-ΕΣΑ.

           

Βεβαίως από εκεί και πέρα άρχισε η ανάκριση, ποιος έγραψε την προκήρυξη, ποια είναι η οργάνωσή σας, γιατί στην προκήρυξη είχαμε επάνω τον τίτλο «Ένωση Εθνικής Σωτηρίας», ποια είναι η οργάνωσή σας, ποιος είναι ο αρχηγός, ποιοι είναι άλλοι, μην είναι ο βασιλιάς, αυτό που τίθεται από την αρχή το ερώτημα σε πολλούς, αν είναι ο βασιλιάς, εάν είναι άλλοι αξιωματικοί, ποιοι είναι, να αποκαλύψω ονόματα.

           

Εγώ δεν μιλούσα καθόλου και στις 25 του μηνός με παίρνουνε και με πάνε στο Κ.Ε.Σ.Α., Κέντρο Εκπαιδεύσεως Στρατιωτικής Αστυνομίας και ύστερα από εκεί με παίρνουνε μεσάνυχτα. Συγνώμη λάθος, δεν με πήγανε στο Κ.Ε.Σ.Α. αμέσως. Από το ΕΑΤ-ΕΣΑ, ύστερα από δύο μέρες με πήρανε και με πήγανε στον Διόνυσο. Την ανάκριση στο ΕΑΤ-ΕΣΑ την είχε ο Ματάτσης με τον Θεοφυλογιαννάκο και ο Κούτρας ο Πέτρος, ο οποίος ήταν συμμαθητής μου στην σχολή των Ευελπίδων, ταγματάρχης αυτός, ταγματάρχης και εγώ, συμμαθητές στην σχολή Ευελπίδων.

 

Σας βασάνισαν;

 

Κάποια στιγμή με απειλούσε ο Θεοφυλογιαννάκος ότι θα δείρει ή μάλλον να αποκαλύψω ποιος, ποιοι είναι στην ομάδα και μου είπε πέστα μου εδώ γιατί αν πας αλλού μπορεί και να απλώσουν χέρι. Λέω όποιος θέλει ας απλώσει. Κάποια στιγμή ο ίδιος λέει όποιος απλώσει χέρι επάνω σου θα του κόψω τα χέρια. Εκνευρίστηκε όμως τόσο πολύ στην κουβέντα που κάναμε, μου δίνει ένα χαστούκι και γυρίζω και του λέω τα δικά σου χέρια ποιος θα τα κόψει;

           

Σταμάτησε, δεν με χτύπησαν άλλο, προσπαθούσαν να πάρουν πληροφορίες, δεν πήρανε καμία και με πήγανε στον Διόνυσο. Στον Διόνυσο άρχισε το μαρτύριο. Εκεί πλέον διοικητής ήτανε πάλι συμμαθητής μου, μια τάξη μετά από μένα, ο Μανουσακάκης ο Γιάννης, ταγματάρχης και αυτός. Το 505 για μένα ήταν ιστορικό γιατί έχω υπηρετήσει ως υπολοχαγός στο 505, διοικητής λόχου εκεί.

 

Όταν μπήκα εκεί στο 505, είχα την απαίτηση να με σεβαστούνε επειδή είχα υπηρετήσει και αντί αυτού με βάλανε σε ένα κελί, άρχισαν να χτυπάνε τενεκέδες απ’ έξω, άρχισαν να χτυπάνε κάτι σκυλιά που είχανε άγρια, να ουρλιάζουν τα σκυλιά, να ανοίγουν κάποια στιγμή την πόρτα, να έρχονται τα σκυλιά μέσα, να κλείνουν ξαφνικά την πόρτα αφήνοντας τα σκυλιά να δράσουν υπό την επήρεια του ξύλου που είχανε φάει και της αγωνίας και το ότι είχαν αγριέψει.

 

Θα ήθελα εδώ να πω το εξής, το έχω πει και στο δικαστήριο όταν δικαζόντουσαν οι βασανισταί μου, το λέω και τώρα, τα σκυλιά έδειξαν περισσότερο ανθρωπισμό από τους ανθρώπους. Τα σκυλιά καταϊδρωμένα από το ξύλο, μόλις μπαίνανε μέσα, απλώνανε τα πόδια τους, ένα από δω, ένα από δω και άρχιζαν να με γλύφουν. Φαίνεται ότι ένοιωθαν ότι την στιγμή εκείνη δεν βρίσκονται με κάποιον που τα απειλεί, αλλά με κάποιον που απειλείται.

 

Αυτό το πράγμα πραγματικά με είχε σοκάρει, στην αρχή φοβήθηκα όταν με πρωτορίξανε τα σκυλιά, αλλά όταν εν συνεχεία είδα πως μου φέρονταν, άρχισα να ηρεμώ. Το κελί ήτανε μακρόστενο, είχε ένα κρεβάτι μέσα, χωρίς στρώμα, χωρίς κουβέρτα, χωρίς τίποτα και δίπλα στο κρεβάτι υπήρχε ένας διάδρομος περίπου 30-40 πόντους, δηλαδή ίσα-ίσα που χώραγα.

 

Εγώ έχω μια δυνατότητα να το πω έτσι, αδυναμία, δυνατότητα, όπως θέλετε πέστε το, κοιμάμαι πάρα πολύ εύκολα. Δηλαδή, δεν με απασχολεί ο θόρυβος, μπορεί χτυπάει ότι θέλει γύρω μου, να γίνεται φασαρία, να χορεύουνε, ραδιόφωνα και λοιπά. Αν πω θα κοιμηθώ τώρα που καθόμαστε εδώ, αν πω θα κοιμηθώ, μπορώ να καθίσω στην πολυθρόνα, να πάρω δέκα λεπτά τον ύπνο και να ξυπνήσω. Αυτό με έσωσε. Γιατί, Γιατί όταν με κλείσανε στο κελί εκείνο με κλείσανε με την εξής πρόθεση, να ταλαιπωρηθώ. Να μην μπορώ να κοιμηθώ, να ουρλιάζουν τα σκυλιά απ’ έξω, να αρχίσει ο φόβος και να σπάσω κατά κάποιο τρόπο τα νεύρα μου. Εγώ κατόρθωσα να το αντιμετωπίσω.

 

Και να κάνω μια ανάγνωση ενός κειμένου, του Σάκη, του Καράγιωργα του Γιώργου από το βιβλίο του «Τα σκυλιά». Ο Καράγιωργας έγραψε το βιβλίο αυτό μετά τα βασανιστήρια μου. Παρένθεση. Τα βασανιστήριά μου, όταν με βάλανε στο αναρρωτήριο για να μπορέσω να συνέλθω, κάθισα και έγραψα σε πολύ μικρά χαρτάκια, με πολύ ψιλά γράμματα και όταν ήρθε να με δει ο πατέρας μου του τα έβαλα στην τσέπη.

 Όπως λέει ήταν ηλικιωμένος, την ώρα που τον αγκαλιάζω του λέω μη βγάλεις το μαντήλι από την τσέπη, εκείνος τρομοκρατήθηκε, δεν ήξερε τίποτα και όταν έφυγε κάτι έβαλα και όταν έφυγε βγήκε έξω, μετέφερε έξω το μήνυμα ότι πως με βασάνιζαν.

 

Η αδερφή μου το έδωσε στον Καράγιωργα, με τον οποίο είχα επαφές και αντιστασιακές και στην οργάνωση ήταν, αλλά και τον εγνώριζα πριν από τον καιρό που ήμουν στο υπασπιστήριο και έγραψε το κομμάτι «Τα σκυλιά», το οποίο παρουσίασε εις το θέατρο του Χατζηχρήστου, εν μέσω της δικτατορίας.

 

Πήγατε στην Χαλκίδα απογοητευμένος.

 

Όταν είδα ότι ο Παναγιώτης ο Κανελλόπουλος είχε ενδοιασμούς, άρχισα να αμφισβητώ τον εαυτό μου. Φοβόμουνα μήπως η εμπειρία μου ήταν λιγότερη από όσο πίστευα εγώ και ότι οι αποφάσεις μου ήταν πάρα πολύ παρακεκινδυνευμένες και για να ηρεμήσω πήγα στην Χαλκίδα.

           

Ο Κανελλόπουλος την επόμενη μέρα Σάββατο, παίρνει τηλέφωνο τον Γκιζίκη. Ο Μπρατάκος που ήτανε κοντά στον Γκιζίκη λέει ότι λείπει, έχει πάει στο Πεντάγωνο. Ήταν η περίοδος που ήταν τα γεγονότα του Έβρου και της Κύπρου ήτανε τα γεγονότα τότε. Όταν του είπανε αυτό του Κανελλόπουλου, σταμάτησε. Την Δευτέρα ξανά παίρνει τηλέφωνο, πάλι του λένε ότι είναι στο Πεντάγωνο, την Τρίτη το πρωί πάει ο Μπρατάκος στο γραφείο του Νικολάου και λέει πάρε μου τον Κανελλόπουλο.

 

Απαντάει ο Νικολάου δεν ξέρω που είναι ο Κανελλόπουλος. Άφησε τα αυτά, έχουμε παρακολουθήσει όλες σας τις συζητήσεις αυτές τις μέρες, πάρε τον λοιπόν και πέστου να έρθει εδώ μαζί με τους πολιτικούς αρχηγούς.

 

Παίρνει ο Νικολάου τον Κανελλόπουλο, το δίνει στον Μπρατάκο, ο Μπρατάκος του λέει κύριε Πρόεδρε ο κύριος Πρόεδρος της Δημοκρατίας σας θέλει εδώ με τους πολιτικούς αρχηγούς. Κλείσανε ραντεβού, πήγε ο Κανελλόπουλος με τους πολιτικούς αρχηγούς στο γραφείο του Γκιζίκη, έγινε η σύσκεψη τότε, όπως είπα είναι γραμμένο και απεφασίσθη να πάνε μετά να ορκιστούν. Στο διάστημα αυτό έμεινε ο Αβέρωφ, αλλάξανε τα δεδομένα και απεφασίσθη Γκιζίκης, στρατιωτικοί και οι υπόλοιποι να κληθεί ο Καραμανλής.

 

Εγώ όλη την ημέρα της Τρίτης, είχα γυρίσει από την Χαλκίδα, όλη την ημέρα της Τρίτης βρισκόμουνα στο γραφείο του Νικολάου. Από το πρωί μέχρι τα ξημερώματα της Τετάρτης, οπλισμένος, γιατί ήξερα, είχαμε πληροφορηθεί και τα στοιχεία που μας έδινε ο Νικολάου ήταν ότι η κατάσταση είναι έκρυθμη. Εκ των υστέρων πληροφορηθήκαμε ότι εις τον βασιλικό κήπο ήτανε μονάδες καταδρομών, έτοιμες να επέμβουν εναντίον του πλήθους, εάν κάτι πήγαινε στραβά.

 

Εμείς λοιπόν, με την ομάδα την δική μου, τον αδερφό μου, 2-3 άλλους αξιωματικούς και τον κλητήρα του Νικολάου είχαμε όπλα και είχαμε πιάσει τις γωνιές και περιμέναμε. Όταν το βράδυ εκλήθη ο Καραμανλής, ο κόσμος ξέρει είναι γνωστόν, πέσανε με τις λαμπάδες και λοιπά, ήτανε η πιο κρίσιμη στιγμή. Υπήρχε κίνδυνος οι χουντικοί περί τον Ιωαννίδη, βλέποντας ότι χάνουνε το παιχνίδι, γιατί αυτοί πιστεύανε ότι θα έρθουν οι πολιτικοί και θα έχουν πάλι την εξουσία, βλέποντας ότι χάνουν το παιχνίδι, ήταν έτοιμοι να επέμβουν εναντίον του πλήθους.

 

Εμείς ήμασταν στα παράθυρα μέσα, βγήκαμε λίγο έξω και ξανά μπήκαμε πάλι μέσα. Είδαμε τις μονάδες των καταδρομών που ήτανε στον βασιλικό κήπο έτοιμες να επέμβουν μέσα στα ανάκτορα. Εμείς έτοιμοι να συλλάβουμε τυχόν αξιωματικούς που θα κάνανε αντίδραση στους πολιτικούς. Ευτυχώς δεν έγινε τίποτα.

Κάποια στιγμή ο Μπρατάκος τσακώθηκε με έναν Ιωαννιδικό, τον Μπαλαϊνη να επέμβουν. Ο Μπαλαϊνης επέμενε η κυβέρνηση να είναι υπό τον έλεγχο των στρατιωτικών. Ο Μπρατάκος του λέει χάσαμε το παιχνίδι σταμάτα. Αυτά είναι όλα εξ ακοής, δεν είναι εκ των υστέρων από πληροφορίες, ήμασταν μπροστά όταν γινόταν αυτή η συζήτηση.

 

Τελικά ήρθε ο Καραμανλής την νύχτα, όπως γνωρίζει ο όλος Ελληνικός λαός, με κεριά και λοιπά, μπήκε μέσα, δεν ήθελε να ορκιστεί, επείσθη τελικά και ορκίσθηκε μόνος του. Ήμουν μπροστά στην ορκωμοσία του, έγινε εκεί που είναι τώρα το εντευκτήριο των βουλευτών, με τον Αρχιεπίσκοπο τον Σεραφείμ. Έγινε η ορκωμοσία του, πήγε στο γραφείο του, παρέλαβε, διότι δεν ήταν υπήρχε κανένας εκεί, ο Ανδρουτσόπουλος είχε εξαφανιστεί, οι Υπουργοί είχαν εξαφανιστεί. Εν συνεχεία το γραφείο του το μετέφερε στην Μεγάλη Βρετανία και την επόμενη μέρα όρκισε την κυβέρνηση την υπόλοιπη. Ο κίνδυνος δεν είχε τελειώσει. Εδώ αξίζει να σας πω το εξής. Πέρυσι, έγινε μία συνάντηση στο Ζάππειο, με Ισπανούς και Πορτογάλους και Έλληνες, διότι ήθελαν να επαναφέρουν το κλίμα, πως η δημοκρατία επανήλθε στην Ελλάδα και εκεί, χωρίς να χυθεί αίμα.

 

Και βγαίνει ο Αχιλλέας ο Καραμανλής και λέει δημοσία όλων αυτών και των δημοσιογράφων ότι στην αίθουσα βρίσκεται ένας αξιωματικός, ο Άγγελος Πνευματικός, ο οποίος επί 15 μέρες με την ομάδα του, περιεφέρετο μέσα και έξω από την Μεγάλη Βρετανία για προστασία του Προέδρου, από τον κίνδυνο που υπήρχε τότε, να επέμβουν στοιχεία τα οποία δεν είχαν πεισθεί ότι τα πράγματα είχαν αλλάξει και να ανατρέψουν την κατάσταση. Τον ευχαριστούμε για αυτή του την πράξη.

 

Αυτό σημαίνει, αυτό που θέλω να πω, ότι εμάς η δουλειά μας δεν τελείωσε μόλις ορκίστηκε ο Καραμανλής, τελείωσε όταν πλέον ομαλοποιήθηκε η κατάσταση και ο Καραμανλής όρκισε κυβέρνηση, οι βουλευταί, οι Υπουργοί πήραν τις θέσεις τους, έγινε πλήρης έλεγχος, ο Αβέρωφ Υπουργός Εθνικής Αμύνης ήλεγξε τον Ιωαννίδη και τους υπόλοιπους και άρχισε ομαλά η πορεία του κράτους.

 

Όταν είδατε τον Καραμανλή να φτάνει στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου, ποια ήταν τα συναισθήματά σας; Τι σκεφτήκατε;

 

Δεν μπορώ να πω κανένα απολύτως συναίσθημα ότι είχα τότε. Το μόνο συναίσθημα που υπήρχε για μένα δεν ήταν αυτό που φώναζε ο λαός έρχεται-έρχεται, το μόνο συναίσθημα για μένα ήταν ότι γίνεται μια ομαλή αλλαγή.

 

Δεν σας κρύβω ότι είχα λυπηθεί τότε που δεν ανέλαβε ο Κανελλόπουλος, διότι για μένα ο Κανελλόπουλος είναι ο μεγαλύτερος αντιστασιακός. Ήταν ο Πρωθυπουργός, ο οποίος συνελήφθη την 21 Απριλίου, ήταν ο Πρωθυπουργός, ο οποίος έμεινε όλο το διάστημα στην Αθήνα και έδινε θάρρος σε όλους τους πονεμένους. Ο Κανελλόπουλος μου έστειλε και εμένα τον Μαγκάκη για συνήγορο. Δηλαδή, η αδερφή μου στον Κανελλόπουλο απευθύνθηκε, διότι απευθύνθηκε σε 2-3 άλλους και δεν δέχθηκαν. Και απευθύνθηκε στον Κανελλόπουλο και στον Πανουριά, ο οποίος ήταν τότε στην Ελληνοαμερικανική, η γυναίκα του ήτανε στον Ελληνοαμερικανικό σύνδεσμο στην Σκουφά και μπόρεσε να έχει επαφές.

 

Οι δυο αυτοί Κανελλόπουλος και Πανουριάς ήταν αυτοί οι οποίοι μου βρήκανε τον Μαγκάκη και ο οποίος επάξια και δυναμικά με εκπροσώπησε. Για μένα λοιπόν, το πρόβλημα την στιγμή εκείνη δεν ήταν ποιος ήταν  πρωθυπουργός ή το αν ερχόταν ο Καραμανλής ή οποιοσδήποτε άλλος. Για μένα ήτανε ότι έπεφτε η δικτατορία και ομαλά γινόταν η αλλαγή. Βεβαίως, το ότι ήταν ο Καραμανλής ήταν ένα στοιχείο παραπάνω, διότι απέδειξε με την πυγμή του, με το θάρρος του, με την υποστήριξη του εσωτερικού και του εξωτερικού, με την προσωπικότητά του κατόρθωσε να εμπεδώσει αυτή την δημοκρατία και να μην κινδυνεύει στην συνέχεια.

Αυτόν τον Καραμανλή ήρθα προσωπικά σε ρήξη. Με αυτόν τον Καραμανλή ήρθα σε σύγκρουση έντονη. Πως; Στην δεύτερη περίοδο της βουλευτικής μου θητείας.

 

Αγωνιζόμουν για τα προβλήματα της Εύβοιας. Η Εύβοια ακόμα είναι εγκαταλελειμμένη και προδομένη. Πάρτε οποιοδήποτε πολιτικό της Εύβοιας αυτή την στιγμή, θα σας πει ότι η Εύβοια δεν πάει καλά, δεν έχει δρόμους, δεν έχει έργα, δεν έχει κονδύλια, δεν έχει τίποτα. Εγώ έχοντας την αντιστασιακή μου δράση, έχοντας την βεβαιότητα ότι έχω δύναμη, επέμεινα στον Καραμανλή ότι πρέπει να δοθούν χρήματα. Επέμεινα επίσης, για να γίνουν έργα, επέμεινα επίσης ότι ο Νομάρχης ο δοτός ήταν επιζήμιος και για την Εύβοια και για το κόμμα. Ήταν ο άντρας της μετέπειτα βουλευτίνας Μπιμπλή, της Τζούλιας της Τσιριμώκου, ο Μπιμπλής. Δέχτηκαν και ο Αχιλλέας και ο Καραμανλής και ο Στράτος που ήταν Υπουργός και ο Στεφανόπουλος που ήταν Υπουργός Εσωτερικών να τον αλλάξουμε, αλλά επέμενε η Τζούλια να παραμείνει λίγο για να μετατεθεί στην Αθήνα.

Αυτή η σύγκρουση, που επέμενα να φύγει ο Νομάρχης και να δοθούν χρήματα, έφτασε εις τον Καραμανλή, ο οποίος δυστυχώς, αντιδημοκρατικά τελείως, με διέγραψε από ραδιοφώνου.

 

Το βράδυ πριν διαγραφώ, ήμουνα στην Βουλή και ήρθα σε σύγκρουση με τον Αχιλλέα για αυτό το πράγμα. Με παίρνουν οι συνάδελφοι βουλευταί και με πάνε στο Caravel να με πείσουν να μην παραιτηθώ, διότι εγώ έθεσα όρο ή δίνουνε λεφτά στην Εύβοια ή παραιτούμαι από βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας. Ήτανε εκβιασμός. Ο Καραμανλής δεν το δέχτηκε αυτό. Την επομένη ημέρα το πρωί δίνω ραντεβού με τον Νικολάου, ο οποίος πλέον είχε γίνει σύμβουλός μου, ως πολιτικός εγώ είχε γίνει σύμβουλός μου σε όλα τα προβλήματα, δίνω ραντεβού και βρισκόμαστε στο George Lycabetus, στον κηπάκο από κάτω, να σκεφθούμε τι θα κάνουμε. Θα παραιτηθώ ή δεν θα παραιτηθώ, πως πρέπει να χειριστώ το θέμα. Και εκεί που συζητάγαμε, ακούμε το ραδιόφωνο, κατόπιν αποφάσεως του Προέδρου του κόμματος, διαγράφεται ο Άγγελος Πνευματικός από τα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας.

 

Πώς αισθανθήκατε που είχατε δώσει τόσους αγώνες για την δημοκρατία;

 

Πικρία βεβαίως, πικρία. Πικρία για πολλούς λόγους. Πρώτον διότι διαγράφηκα δια ασήμαντον αφορμή, δεύτερον διότι αυτά που ζητούσα ήταν νόμιμα μέσα στα καθήκοντά μου του βουλευτού, τρίτον τα ζητούσα νόμιμα, τα ζητούσα ιεραρχικά, δεν παρενέβην, εξεβίαζα διότι επί ένα οκτάμηνο μου λέγανε ναι, ναι, ναι, ναι και δεν κάνανε τίποτα.

 

Αλλά αυτό όμως δεν με εμπόδισε να παραμείνω ανεξάρτητος βουλευτής όλη την υπόλοιπη περίοδο. Ως ανεξάρτητος πήγα στην Αμερική, προσκεκλημένος των Αμερικανών, ως ανεξάρτητος πήγα στην Κίνα και ομολογώ ότι έδωσα αγώνες και ως ανεξάρτητος, πολλούς αγώνες.

 

Μέχρι πότε μείνατε βουλευτής κύριε Πνευματικέ;

 

Έμεινα μέχρι το 1981. Η κυρίως αντίδραση, σύγκρουση με τον Καραμανλή ήταν όταν ο Καραμανλής έβαλε υποψηφιότητα για Πρόεδρος της δημοκρατίας. Στηριζόταν στην ψήφο μου, χρειαζόταν 180 βουλευτάς, δεν τους είχε. Η Νέα Δημοκρατία είχε 172-173, είχαν διαγραφεί 3-4, ήταν η Ένωση Κέντρου κάτι, είχε φτάσει 178.

           

Εγώ θέτω όρο. Για να ψηφίσω Πρόεδρο δημοκρατίας τον Καραμανλή πρέπει ο ίδιος να κάνει μία εκ των δύο πράξεων ή να ψηφίσει και αυτός τον εαυτό του ή να παραιτηθεί και να πάει άλλος στην θέση του να ψηφίσει. Δεν μπορεί να απουσιάζει βουλευτής από την ψηφοφορία, πρέπει να ψηφίσουν και οι τριακόσιοι. Ο Καραμανλής δεν εψήφισε στην πρώτη ψηφοφορία, δεν εψήφισα και εγώ, 178. ο Καραμανλής δεν εψήφισε στην δεύτερη ψηφοφορία, δεν εψήφισα και εγώ, πάλι 178.

 

Ο Καραμανλής εψήφισε στην τρίτη ψηφοφορία και μάλιστα επειδή ήτανε αρχηγός κόμματος και Αθηνών εψήφιζε πρώτος, εγώ Ευβοίας ψήφιζα ύστερα από ένα τέταρτο, οπότε ήξερα τι έκανε. Οπότε όταν την τρίτη ψηφοφορία εψήφισε, ψηφίζω και εγώ, ψηφίζει και ένας που είχε εν τω μεταξύ προσχωρήσει και γίνονται 181 και βγήκε Πρόεδρος της δημοκρατίας. Δεν ήταν εκδίκηση, ήταν εμμονή στις ιδέες μου, διότι εγώ πίστευα ότι ο βουλευτής δεν μπορεί να ξεχωρίζει ποια είναι τα καθήκοντά του, δεν μπορεί να λέει αυτά τα καθήκοντα δεν μου αρέσουν και αυτά μου αρέσουν.

 

Η εκλογή του προέδρου της δημοκρατίας γίνεται από τους τριακόσιους βουλευτάς. Εσύ είσαι αρχηγός. Εάν βγεις θα φύγεις, εάν δεν βγεις πάλι θα φύγεις διότι θα γίνουν εκλογές. Παραιτήσου λοιπόν νωρίτερα, να μπει ένας άλλος, να ψηφίσει, να βγεις αφού σου θέτω την ευχέρεια, δεν το έκανε. Την τρίτη φορά όμως βλέποντας τα πράγματα το έκανε.

 

Τα είδε σκούρα.

 

Δεν ξέρω αν τα είδε σκούρα ή όχι, σημασία έχει ότι εγώ ετήρησα τις αρχές μου και πέτυχα αυτό που ήθελα.

 

Ο στρατός σας τίμησε;

 

Βεβαίως. Θα ήθελα εδώ να πω και το εξής. Ότι είμαι ο μόνος έλλην αξιωματικός, ο μόνος στην ελληνική ιστορία, που έχω την ιδιότητα του βουλευτή και του αξιωματικού. Εν ενεργεία αξιωματικού. Πως γίνεται αυτό; Εγώ ήμουν απόστρατος. Έβαλα υποψηφιότητα βουλευτή, βγήκα βουλευτής. Ο Τσάτσος ο Κώστας φτιάχνει το Σύνταγμα. Στο Σύνταγμα λέει ότι απαγορεύεται δημόσιος υπάλληλος να κατέχει την ιδιότητα του βουλευτή. Βουλευτής ο οποίος αποδεχθεί ιδιότητα δημοσίου υπαλλήλου, χάνει την ιδιότητα.

 

Συζήτηση γίνεται τότε για την αποκατάσταση των αξιωματικών. Εγώ θα αποκαθιστάμουν, διότι ήμουν ο μόνος ο οποίος είχα και φυλακές και περγαμηνές και λοιπά, δεν υπήρχε περίπτωση να μην αποκατασταθώ. Εάν όμως είχα αποκατασταθεί, θα έχανα την ιδιότητα του βουλευτή. Τι έπρεπε να κάνω; Ποια να δεχθώ;

Πάω λοιπόν στον κύριο Τσάτσο, ο οποίος έφτιαχνε το Σύνταγμα και λέω κύριε Πρόεδρε αυτό και αυτό συμβαίνει και δεν σας κρύβω, τόση ευστροφία είχε, που την στιγμή εκείνη σε ένα πρόχειρο χαρτί φτιάχνει το άρθρο 119 του πρώτου Συντάγματος και λέει «Όσοι αποκαθίστανται βάσει νόμου εις την θέσιν την οποίαν κατείχον πριν γίνουν βουλευταί, έχουν την δυνατότητα εντός προθεσμίας οκτώ ημερών να κατέχουν και τις δύο θέσεις και να επιλέξουν την μία εκ των δύο».

 

Έχω λοιπόν την ιδιότητα εγώ, αποκαθίσταμαι παίρνω την ιδιότητα του αξιωματικού, γίνομαι ταξίαρχος, πηγαίνω στο στρατόπεδο, παίρνω τον μισθό μου και στις οκτώ μέρες πηγαίνω και δίνω την αίτησή μου αποστρατείας. Έτσι λοιπόν οκτώ μέρες έχω  ιδιότητα βουλευτή και αξιωματικού. Βεβαίως ακούσατε ταξίαρχος. Η αποκατάσταση μου η πλήρης Αντιστρατήγου, έγινε στην δεύτερη περίοδο, επί Παπανδρέου και έχω τώρα τον βαθμό του επιτίμου Αντιστρατήγου.

 

Σας τίμησε δηλαδή ο στρατός.

 

Ο στρατός με τίμησε και η πολιτική με τίμησε, δύο φορές βουλευτής, πρώτος βουλευτής την πρώτη φορά, δεν είναι λίγο πράγμα. Δεν με τίμησε το κόμμα μου αυτό καθ’ εαυτό, δεν έχει σημασία.

 

Ξέρετε τι δεν μου είπατε; Αυτά τα κουνέλια, κότες, τι ήταν αυτά, δηλαδή έμεινα με την απορία.

 

Στο διάστημα που αποστρατεύτηκα μέχρι την ημέρα που πιάστηκα έπρεπε να δουλέψω. Απευθύνθηκα λοιπόν σε πολλούς, κανείς δεν μου έδωσε δουλειά. Όταν βγήκα από την φυλακή, έψαξα να βρω δουλειά. Βρήκαμε λοιπόν, τότε υπήρχε, η δικτατορία έδινε δάνεια για να φτιάξουν κονικλοτροφεία, το λευκό κρέας. Απευθυνθήκαμε λοιπόν σε έναν της υπηρεσίας γεωργίας στην Κόρινθο να βρούμε μία περιοχή εκεί και να φτιάξουμε κονικλοτροφείο.

 

Κάναμε όλα τα χαρτιά μας και λοιπά, τελικά δεν το κάναμε, διότι μας φοβίσανε ότι υπάρχει αρρώστια στα κουνέλια και πήγα και δούλεψα σε ζαχαροπλαστείο. Ο Δεληολλάνης προς τιμήν του, με πήρε στο ζαχαροπλαστείο του στο Παγκράτι και δίπλωνα δέματα και τύλιγα γλυκά και πούλαγα γλυκά. Και όταν έφυγα, όταν με διώξανε και από τον Δεληολλάνη, γιατί πήγανε και του είπανε να με διώξει, πήγα και δούλεψα μπετατζής σε έναν εργολάβο, ονόματι, μου διαφεύγει είναι πολύ φίλος μου τώρα, ο οποίος είχε μια δουλειά στο Λαϊκό Νοσοκομείο, έφτιαχνε μία πτέρυγα στο Λαϊκό Νοσοκομείο και πήγα και δούλευα μπετατζής στο Λαϊκό Νοσοκομείο.

           

Εν τω μεταξύ έπεσε η δικτατορία και σταμάτησα. Παράλληλα θέλω να πω το εξής, ότι στις 24 Ιουλίου, όχι, στις 17 Νοεμβρίου που έγινε το Πολυτεχνείο, εγώ ήμουν έξω και έπαιξα ρόλο σημαντικό. Και μέσα στο Πολυτεχνείο και μηνύματα έστελνα από μέσα από το Πολυτεχνείο και μονάδες κρούσης είχαμε απέξω και με τον Κανελλόπουλο συναντηθήκαμε και φτάσαμε εκεί που ήταν τα καπνογόνα και είχα και έναν Καραπιπέρη, ο οποίος είναι αριστερός τώρα, τον ξέρετε, φίλος μου, πολύ φίλος μου και μπήκαμε σε ένα αυτοκινητάκι του αδερφού μου μικρό και πήγαμε βόλτα στην Λεωφόρο Αλεξάνδρας ανεβήκαμε επάνω, κατεβήκαμε για να δούμε που είναι τα άρματα.

 

Μας σταμάτησαν οι αστυνομικοί, βλέποντας το όνομα μου, για αυτό σας είπα δεν συμφωνούσαν οι αστυνομικοί, δεν μας ψάξανε, είχε όπλο εκείνος, ο Καραπιπέρης, αν μας πιάνανε θα μας συλλαμβάνανε, μόλις ακούσανε Πνευματικός προχωρήστε από εκεί γιατί υπάρχουν οδοφράγματα, φτάσαμε στο Πολυτεχνείο, ανεβήκαμε την Αλεξάνδρας και την στιγμή εκείνη κατεβαίνανε τα άρματα. Περνάμε δεξιά και ερχόμαστε κάτω με τα πόδια, αφήσαμε το αυτοκίνητο ψηλά. Δηλαδή η μέρα του Πολυτεχνείου ήταν ημέρα δράσης για μας, λεπτομέρειες ξέρει ο Καραπιπέρης.

 

Πολύ ωραία, σας ευχαριστώ πάρα πολύ.

 

Τα κείμενα που δημοσιεύονται αποτελούν την ακριβή απομαγνητοφώνηση των συνεντεύξεων, χωρίς καμία επεξεργασία.

<<< back

 

english version
ΕΠΙΒΙΩΝΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΜΕ 700 ΕΥΡΩ
 
ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΙΡΑΝ: ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΝΤΙΟ ΤΟΥ ΤΖΩΡΤΖ ΜΠΟΥΣ;
 
ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
 
Πληροφορίες για όλες τις εκπομπές